Project Description

Εικόνες

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ένθρονος

Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη
Συλλογή Βελιμέζη, δωρεά οικογενειών Μαργαρίτη και Μακρή

Τρίτο τέταρτο 17ου αιώνα
Φιλόθεος Σκούφος (μνείες 1638-1685)
34,8 Χ 24,5 Χ 2 εκ.

Ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης άγιος Δημήτριος εικονίζεται ένθρονος με λαμπρή στρατιωτική περιβολή, βαρύ οπλισμό και σταυρό στο δεξί χέρι ως ο «της αληθείας αήττητος στρατιώτης» και «μέγας μάρτυς» κατά τον υμνωδό[1]. Ο νεαρός Δημήτριος κάθεται με άνεση σε ξυλόγλυπτο θρόνο πάνω σε κυλινδρικό κόκκινο μαξιλάρι, χρυσοκεντημένο στις άκρες, σε στάση ελαφράς αντικίνησης, με την κεφαλή στραμμένη προς τα αριστερά και τον κορμό προς τα δεξιά· το δεξί πόδι πατά στο μαξιλάρι του υποποδίου, ενώ το αριστερό προβάλλει έξω από αυτό, σε ένδειξη εγρήγορσης. Ο θρόνος διαμορφώνεται με καμπυλόγραμμο ερεισίνωτο, πεσσίσκους με ανθεμωτά επίμηλα στα δύο άκρα, άνετο ορθογώνιο κάθισμα και σύμφυτο ομοιόσχημο υποπόδιο. Το αγένειο πρόσωπο του Δημητρίου πλαισιώνει πλούσια καστανή κόμη με κοντούς βοστρύχους που κοσμείται με ερυθρή ταινία. Ο φωτοστέφανος ορίζεται με λεπτή γραμμή από κιννάβαρι πάνω στο χρυσό βάθος. Ο άγιος φορεί κοντό ερυθρόχρωμο χειριδωτό χιτώνα με χρυσά περικάρπια και πολυτελή φαιοκάστανο θώρακα με χρυσογραφίες ελισσόμενων ανθεμίων και δικέφαλο αετό ψηλά στο στέρνο, ανάγλυφα προσωπεία στις επωμίδες, διάλιθες χρυσές ταινίες στο στήθος και στο λαιμό. Περίτεχνη μετάλλινη ζώνη με γλωσσοειδείς φολίδες περιβάλλει την οσφύ, κοσμημένη στο κέντρο και στα πλάγια με ολόχρυσα μικρογραφημένα προσωπεία. Από τη ζώνη προβάλλουν επιμήκη χρυσοκόσμητα ελάσματα, όπως παρόμοια και από τις επωμίδες, ορατά μόνο στο δεξί χέρι, καθώς το αριστερό καλύπτει ο βαθυπράσινος μανδύας που αγκαλιάζει τα νώτα του αγίου, αναδιπλώνεται με άνεση πάνω στον δεξί μηρό και πέφτει ελεύθερα πλάι στην κνήμη, σχηματίζοντας πλούσιες πτυχώσεις. Τα πόδια καλύπτουν γαλαζοπράσινες δρομίδες και χρυσοκόσμητες περικνημίδες με άνοιγμα στα ακροδάκτυλα. Με το δεξί χέρι ανασηκωμένο εμπρός ο Δημήτριος κρατεί διάλιθο ευμεγέθη σταυρό με σταυρόσχημες τις απολήξεις των κεραιών, ενώ με απλωμένο το αριστερό συγκρατεί από την λαβή ξίφος τοποθετημένο διαγώνια, στο άνοιγμα των ποδιών. Την στρατιωτική εξάρτυση του νεαρού πολεμιστή συμπληρώνει τόξο στερεωμένο στον αριστερό ώμο και γεμάτη βέλη φαρέτρα, που διακρίνεται πίσω από τον αριστερό μηρό, την οποία συγκρατεί κόκκινος ιμάντας που δένεται σε κρίκο ψηλά στον θώρακα και κατεβαίνει διαγώνια εμπρός από τον κορμό. Αριστερά, ακουμπισμένη πλάι στον θρόνο μεγάλη στρογγυλή ασπίδα σε κατατομή φέρει ανάγλυφο διάκοσμο, δυσδιάκριτο σήμερα λόγω των επικαθήμενων ρύπων. Ο κάμπος της εικόνας είναι χρυσός, ενώ το έδαφος σκοτεινό βαθυπράσινο. Την εικόνα περιτρέχει γραπτό ταινιωτό πλαίσιο μελανού χρώματος, με εξαίρεση την άνω πλευρά, η άκρη της οποίας φαίνεται να έχει αποκοπεί σε μεταγενέστερο χρόνο[2]. Δεξιά και αριστερά του φωτοστεφάνου του αγίου, κεφαλαιογράμματη με κιννάβαρι η αγιωνυμική επιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ – ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ. Κάτω δεξιά, στο μέτωπο του υποποδίου, διακρίνεται η υπογραφή του ζωγράφου: ΧΕΙΡ ΦΙΛΟΘΕ(ΟΥ) ΙΕΡΟΜΟΝΑΧ(ΟΥ). Παρομοίως υπογράφει στα περισσότερα έργα του ο γνωστός Χανιώτης ιερομόναχος και ζωγράφος Φιλόθεος Σκούφος (μνείες 1648-1685)[3].

Η παράσταση του αγίου Δημητρίου ένθρονου με στρατιωτική περιβολή, οπλισμό και τον σταυρό του μάρτυρα στο χέρι ανήκει στις σπανιότερες εικονίσεις του, στις οποίες συνδυάζονται εμφατικά οι ιδιότητες του μάρτυρα της πίστης και του μαχητή ενάντια στον εχθρό[4]. Ο Δημήτριος «εκ της Θεσσαλονικέων ορμώμενος πόλεως» υπήρξε μέλος της τοπικής ρωμαϊκής αριστοκρατίας καθώς τιμήθηκε με το αξίωμα του ανθυπάτου, θανατώθηκε όμως για τη χριστιανική του πίστη με εντολή του καίσαρα Γαλερίου Μαξιμιανού στις αρχές του 4ου αιώνα[5]. Παρότι συγκαταλέγεται στους δημοφιλέστερους στρατιωτικούς αγίους της χριστιανοσύνης, στις παλαιότερες εικονίσεις του ο Δημήτριος παριστάνεται με υπατική χλαμύδα ως πολιτικός αξιωματούχος, όπως στις ψηφιδωτές παραστάσεις του στο ναό του στη Θεσσαλονίκη (7ος αι.)[6], ενώ παραστάσεις του με στρατιωτική περιβολή, ολόσωμου, ημίτομου και εφίππου, αρχίζουν να εμφανίζονται σποραδικά στην τέχνη μόλις τον 10ο-11ο αιώνα[7].

Ο εικονογραφικός τύπος του στρατιωτικού Δημητρίου ένθρονου, όπως στην εικόνα μας, εμφανίζεται από τα μέσα του 12ου αιώνα και είναι ο λιγότερο διαδεδομένος στην τέχνη. Στις πρωιμότερες παραστάσεις του τύπου συγκαταλέγονται η μαρμάρινη ανάγλυφη εικόνα του αγίου με προέλευση την Κωνσταντινούπολη (β΄ μισό 12ου αι.), σήμερα εντοιχισμένη στη δυτική πρόσοψη του Αγίου Μάρκου στη Βενετία και η ομόθεμη στην Πινακοθήκη Tretyakov (τέλη 12ου-αρχές 13ου αι.)[8]. Η διάδοση του εικονογραφικού σχήματος του ένθρονου οπλίτη Δημητρίου κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, βεβαιώνεται και στα αγιολογικά κείμενα, όπως στη μεταγενέστερη εκδοχή της συλλογής των Θαυμάτων του αγίου από τον Θεσσαλονικέα λόγιο Ιωάννη Σταυράκιο (β΄ μισό 13ου αι.), ο οποίος διαφοροποιείται από τον προγενέστερό του αρχιεπίσκοπο Ιωάννη (7ος αι.) στη διήγηση του 10ου θαύματος και συγκεκριμένα στην περιγραφή της λατρευτικής εικόνας πάνω από τη λάρνακα του αγίου στον ναό του στη Θεσσαλονίκη, καθώς τώρα ο ένθρονος Δημήτριος φορεί στολή στρατιωτικού αντί της υπατικής ενδυμασίας[9].

Στα πρώιμα μεταβυζαντινά χρόνια, ωστόσο, οι απεικονίσεις του Δημητρίου ένθρονου με στρατιωτική αμφίεση, όπως σε εικόνα ρουμανικού εργαστηρίου στη Μονή Παντοκράτορος (1507)[10], παραμένουν σποραδικές, ενώ από τα μέσα του 16ου αιώνα τα παραδείγματα πληθαίνουν, κυρίως στις φορητές εικόνες, δημιουργώντας ενδιαφέρουσες εικονογραφικές παραλλαγές του τύπου[11]. Ενδεικτικά αναφέρουμε την εικόνα του ένθρονου Δημητρίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σόφιας (1550)[12] με την οποία η εικόνα μας μοιράζεται την άνετη και σε εγρήγορση στάση του αγίου με το δεξιό εδώ πόδι σε προβολή, το περασμένο στον αριστερό ώμο τόξο και τη διαγώνια θέση του σπαθιού στο άνοιγμα των ποδιών του. Με ελαφρές διαφοροποιήσεις τα παραπάνω στοιχεία, όπως επιπλέον και ο ξυλόγλυπτος θρόνος με το ψηλό ερεισίνωτο που επικρατεί από τον 16ο αιώνα, απαντούν στην αφηγηματικού χαρακτήρα εικόνα του Δημητρίου στη μονή Βαρλαάμ (μέσα 16ου αι.) που αποδίδεται στον Φράγγο Κατελάνο ή στον κύκλο του εργαστηρίου του, με σημαντική διαφοροποίηση την παρουσία εδώ του Νέστορα που παραστέκει όρθιος τον ένθρονο Δημήτριο[13].  Ωστόσο, το ακριβές εικονογραφικό πρότυπο της εικόνας μας εντοπίζεται  στην επιμελημένη εικόνα του αγίου Δημητρίου ένθρονου και στρατιωτικού στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (α΄ μισό 17ου αι.) την οποία υπογράφει ο Κρητικός ιερομόναχος Σίλβεστρος Δέσος[14]. Στον ίδιο ζωγράφο, ο οποίος πιθανότατα διετέλεσε ηγούμενος της μονής Βροντησίου από το 1647(;) μέχρι το θάνατό του το 1650[15], αποδίδεται μία ακόμη πανομοιότυπη εικόνα του Δημητρίου, σήμερα στο Εκκλησιαστικό και Βυζαντινό Μουσείο της Μυτιλήνης[16]. Στα χρόνια που ακολουθούν, τον εικονογραφικό τύπο των δύο εικόνων του Σιλβέστρου Δέσου επαναλαμβάνει πιστά ο ιερέας και ζωγράφος Βίκτωρ από τον Χάνδακα (μνείες 1660-1697) στην εικόνα του αγίου Δημητρίου που σήμερα βρίσκεται στο Musée d’Ingres Bourdelle στο Montauban (β΄ μισό 17ου αι.)[17], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο πρότυπο γνώρισε κάποια διάδοση.

Με τις τρεις τελευταίες κρητικές εικόνες η εικόνα της Συλλογής Βελιμέζη μοιράζεται τη μορφή του ξυλόγλυπτου επίχρυσου θρόνου με το ψηλό καμπύλο ερεισίνωτο, την κομψή σε ελαφρά αντικίνηση στάση του νεαρού Δημητρίου, τα ενδύματα, τον πολυτελή χρυσογραφημένο θώρακα με τα προσωπεία στις επωμίδες, τον τρόπο που ο άγιος στηρίζει διαγώνια το ξίφος μπροστά στα πόδια, την ανάγλυφη κατάκοσμη ασπίδα ακουμπισμένη όρθια και σε κατατομή πλάι στο θρόνο, κύρια δηλαδή εικονογραφικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη χρήση κοινού προτύπου ή ανθιβόλου. Οι λιγοστές αποκλίσεις της εικόνας της Συλλογής από τις δύο εικόνες του Σιλβέστρου και αυτήν του Βίκτωρος περιορίζονται σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, δηλωτικές της συντηρητικότερης προσέγγισης και μεταγραφής του κρητικού προτύπου. Εδώ, για παράδειγμα, ο ξυλόγλυπτος θρόνος δεν είναι επίχρυσος, παρά μόνον τα άκρα των δύο πεσσίσκων του ερεισίνωτου κοσμούν χρυσά ανθωτά επίμηλα, όπως συνήθως σε επτανησιακούς πιο σύνθετους θρόνους[18]. Αντίθετα, στην αντίστοιχη θέση στις εικόνες της Αθήνας, της Μυτιλήνης και του Montauban ζωγραφίζονται δυτικότροπες μικρογραφημένες μορφές που σεβίζουν, όπως παρόμοια απαντούν νωρίτερα σε έργα του Μιχαήλ Δαμασκηνού[19]. Επίσης, στην εικόνα μας οι χρυσογραφίες στον σκούρο καστανό κάμπο του θώρακα του αγίου, οι οποίες διαμορφώνονται με σχηματοποιημένους ελισσόμενους βλαστούς, καρδιόσχημο μοτίβο και δικέφαλο αετό αντί των αναγεννησιακών αντωπών ερωτιδέων πλαισιωμένων από χυμώδη ελικόφυλλα σε μονοχρωμία που κοσμούν τον ολόχρυσο θώρακα του Δημητρίου στις εικόνες του Δέσου και του Βίκτωρος, ομοιάζουν μάλλον προς τις αντίστοιχες του θώρακα του αρχαγγέλου Μιχαήλ σε δύο εικόνες του, μία στην τ. Συλλογή Σταθάτου (1598)[20] και η άλλη στο Μουσείο της Αντιβουνιώτισσας στην Κέρκυρα, έργο του Γεωργίου Κορτεζά (α΄ μισό 17ου αι.)[21]· πολύ περισσότερο όμως ανακαλούν διακοσμητικές λεπτομέρειες πολυτελών υφασμάτων σε πρώιμα κρητικά έργα, όπως ανάλογα το χρυσοκέντημα στο σκοτεινόχρωμο φόρεμα του Χριστού στην εικόνα της Madre della Consolazione του περίφημου ζωγράφου του Χάνδακα Νικολάου Τζαφούρη στο Μουσείο Κανελλοπούλου (τέλη 15ου αι.)[22] και σε δύο ακόμη ομόθεμες εικόνες στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο που προσγράφονται στον κύκλο του εργαστηρίου του[23]. Ανάλογης μορφής χρυσογραφίες απαντούν και σε μεταγενέστερα έργα, όπως στον χρυσοκέντητο χιτώνα του Χριστού στην εικόνα με παραλλαγή της Madre πλαισιωμένης από τις αγίες Αικατερίνα και Λουκία (17ος αι.), στο ίδιο Μουσείο[24]. Παράλληλα, ρεαλιστικές λεπτομέρειες που προδίδουν δυτικές επιδράσεις στις εικόνες του Δέσου και επαναλαμβάνονται στην εικόνα του Βίκτωρος, όπως το πολυτελές ξιφίδιο, που στερεώνεται στο κάτω μέρος του θώρακα και ακουμπά στον δεξιό μηρό του Δημητρίου και η περικεφαλαία με το λοφίο στην κάτω δεξιά γωνία της εικόνας, στην εικόνα της Συλλογής παραλείπονται. Η σημαντικότερη, όμως, απόκλιση από το κρητικό πρότυπο, με σαφή εννοιολογική βαρύτητα, είναι ο σταυρός του μάρτυρα που ο Δημήτριος συγκρατεί στο δεξί χέρι στην εικόνα της Συλλογής, αντί του δόρατος[25] στις τρεις άλλες εικόνες. Ο σταυρός εδώ εμφαίνει την ιδιότητα του μάρτυρος στο πρόσωπο του νεαρού οπλίτη, ενώ σε συνδυασμό με τον θρόνο και τον βαρύ οπλισμό του, προβάλλει τη νικοποιό δράση του προστάτη και πολιούχου της Θεσσαλονίκης στη θριαμβική εσχατολογική της διάσταση[26]. Τυπολογικά, αν και σπανιότερο, το στοιχείο του σταυρού δεν είναι άγνωστο σε παραστάσεις ένθρονων στρατιωτικών αγίων στην κρητική ζωγραφική, όπως υποδεικνύουν η αποσπασματικά σωζόμενη εικόνα του αγίου Φανουρίου που αποδίδεται στον Άγγελο Ακοτάντο και σήμερα φυλάσσεται στη μονή Βροντησίου, και η ομόθεμη στο μετόχι της μονής Σινά στο Ηράκλειο (1688), που αντιγράφει το πρότυπο του Αγγέλου και φέρει την υπογραφή του ιερέα και ζωγράφου Ιωάννη Κολυβά[27].

Από καλλιτεχνική άποψη, η εικόνα της Συλλογής, αν και αναπαράγει με ελάχιστες διαφοροποιήσεις τις εικόνες του ένθρονου αγίου Δημητρίου του Σιλβέστρου Δέσου στην Αθήνα και τη Μυτιλήνη υστερεί στην πλαστικότητα της ζωγραφικής και απομακρύνεται από τη φυσιοκρατική αντίληψη και το δυτικότροπο ύφος που τις διέπουν. Οι προπλασμοί στα γυμνά μέρη είναι εδώ σκουρότεροι και σκληρότεροι του προτύπου, τα φώτα περιορισμένης έκτασης, οι ψιμυθιές λιγοστές καμωμένες με λεπτές παράλληλες υπόλευκες γραμμές κατά τον βυζαντινό τρόπο, οι πτυχώσεις του μανδύα του αγίου πιο γεωμετρικές, η χρήση του χρυσού φειδωλή[28]. Εντούτοις, η παράσταση του ένθρονου Δημητρίου της Συλλογής Βελιμέζη δεν υπολείπεται του προτύπου σε σχεδιαστική αρτιότητα, χάρη και χρωματική αρμονία. Παράλληλα, ο λιτός χαρακτήρας της σε συνδυασμό με τις εικονογραφικές ομοιότητες και αποκλίσεις από το πρότυπο του Σιλβέστρου Δέσου, υποδεικνύουν ζωγράφο ικανό, εξοικειωμένο με την τεχνική, την εικονογραφία και την τεχνοτροπία της κρητικής ζωγραφικής, ο οποίος διακρίνεται για την επιλεκτική αναπαραγωγή παλαιότερων προτύπων σε ύφος και ήθος ενίοτε συντηρητικότερο αυτών.

Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά ο ιερομόναχος Φιλόθεος που υπογράφει την εικόνα μας χωρίς αναγραφή χρονολογίας, θα μπορούσε να ταυτισθεί με τον Χανιώτη ζωγράφο Φιλόθεο Σκούφο (μνείες 1648-1685), γόνο οικογένειας λογίων, ο οποίος μετά το 1638 και μέχρι την οθωμανική κατάληψη των Χανίων το 1645 διετέλεσε ηγούμενος της μονής Χρυσοπηγής του Χαρτοφύλακος στα Χανιά, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ως «προηγούμενος» της μονής διακρίθηκε για τη δράση του εναντίον των Τούρκων και τη συνεργασία του με τις βενετικές αρχές[29].  Παρότι εκκρεμεί η εργαστηριακή επιβεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του ζωγράφου, τόσο ο τύπος της όσο και η μορφή των γραμμάτων δεν παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από πιστοποιημένα ενυπόγραφα έργα του[30]. Επιπλέον, ο Φιλόθεος Σκούφος συγκαταλέγεται στους άξιους συντηρητικούς Κρητικούς ζωγράφους της διασποράς, που προσηλωμένοι στη μεγάλη κρητική ζωγραφική του 15ου και 16ου αιώνα, αναπαράγουν εκλεκτικά και χωρίς καινοτομίες προγενέστερα έργα δόκιμων Κρητικών ζωγράφων, όπως του Άγγελου Ακοτάντου, του Ανδρέα και Νικολάου Ρίτζου, του Μιχαήλ Δαμασκηνού, πιθανόν και επωνύμων ομοτέχνων της εποχής του, όπως υποδεικνύει η εικόνα μας. Από την άλλη, η καλλιτεχνική ικανότητα του Φιλόθεου Σκούφου πιστοποιείται από τη μαρτυρημένη σε επιστολή του συνεργασία με τον ευπαίδευτο Ρεθύμνιο ζωγράφο και ιερέα Εμμανουήλ Τζάνε, κατά τη βραχύχρονη διαμονή του Φιλόθεου στην Κέρκυρα (π. 1646/47-1650), πρώτο σταθμό της πορείας του προς τη Βενετία[31]. Στην ίδια αρχειακή πηγή, ωστόσο, πολύτιμη είναι η αναφορά σε σχέδια εικόνων που φαίνεται να έχει αποστείλει το 1648 ή λίγο νωρίτερα ο Σίλβεστρος Δέσος από την Κρήτη, όπου ζούσε, στον Φιλόθεο Σκούφο που βρίσκεται ακόμη στην Κέρκυρα· η σημαντική αυτή μαρτυρία αφενός δείχνει την εκτίμηση του Φιλόθεου στο έργο του γηραιού ζωγράφου και ηγουμένου της μονής Βροντησίου και αφετέρου πιστοποιεί τη μεταξύ τους γνωριμία και συνεργασία που φθάνει μέχρι την αποστολή σχεδίων εργασίας του Δέσου προς τον Φιλόθεο, στοιχείο που δεν θα μπορούσε να αποκλείσει και σχέση μαθητείας[32].

Συμπερασματικά, η στενή εικονογραφική συνάφεια της εικόνας της Συλλογής με την ενυπόγραφη του Σιλβέστρου Δέσου στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, την αποδιδόμενη στον χρωστήρα του στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μυτιλήνης, έργα που οπωσδήποτε χρονολογούνται πριν τον θάνατο του ζωγράφου το έτος 1650, όπως και με αυτήν του Βίκτωρος που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, σε συνδυασμό με την αρχειακή μαρτυρία κατά την οποία ο Φιλόθεος Σκούφος είναι ένας από τους αποδέκτες των σχεδίων εργασίας του άξιου ζωγράφου Σιλβέστρου Δέσου το έτος 1648[33], επιτρέπουν τη χρονολόγηση της εικόνας της Συλλογής Βελιμέζη στο τρίτο τέταρτο του 17ου αιώνα. Παράλληλα, η συγκριτική παρατήρηση της εικόνας του Φιλόθεου Σκούφου με την πανομοιότυπη του Βίκτωρος, περισσότερο πιστή η τελευταία στο πρότυπο του Σιλβέστρου Δέσου, βεβαιώνει όχι μόνο την αποδοχή και  διάδοση του σεβαστού προτύπου αλλά και τον τρόπο εργασίας των ζωγράφων της εποχής, όπως και τον ρόλο των σχεδίων εργασίας στην επανάληψη δόκιμων προτύπων σε νέα έργα. Ωστόσο, η διαδικασία της αντιγραφής γίνεται πιο δυναμική όταν επιτρέπει διαφοροποιήσεις από το δόκιμο πρότυπο. Στο πλαίσιο αυτό η εικόνα του ένθρονου αγίου Δημητρίου της Συλλογής Βελιμέζη του Ιδρύματος Λασκαρίδη προσφέρει ένα ενδιαφέρον δείγμα δηλωτικό του εκλεκτικισμού του Χανιώτη ιερομονάχου Φιλόθεου Σκούφου, προσθέτοντας συνάμα ένα νέο άγνωστο έργο, από τα πιο επιμελημένα της καλλιτεχνικής του παραγωγής, με πολλαπλές συνδηλώσεις σε εικονογραφικό, καλλιτεχνικό και τεχνολογικό επίπεδο.

Μαρία Νάνου
Ιστορικός Βυζαντινής Τέχνης, Θεολόγος

Εκθέσεις:
Synaxis 2010, 41-42, εικ. 34.

[1] Ποίημα Λέοντος του Σοφού (Λ 164 Λαύρ.), βλ. Ευστρατιάδης 1935, 127. Πρώτη δημοσίευση της εικόνας, βλ. Synaxis 2010, 41-42, εικ. 34.

[2] Η κατάσταση διατήρησης της εικόνας είναι μέτρια. Μακροσκοπικά διαπιστώνονται παλαιότερες επεμβάσεις στερέωσης και καθαρισμού. Η ζωγραφική επιφάνεια εμφανίζει εκτεταμένο κρακελάρισμα, τοπικές απολεπίσεις και επιφανειακούς ρύπους. Η εικόνα είναι συναρμοσμένη από τρεις κατακόρυφες σανίδες άνισου πλάτους, ορατές στη πίσω όψη, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με μεταλλικά καρφιά. Τα δύο οριζόντια καρφωτά τρέσα της εικόνας σήμερα έχουν αφαιρεθεί. Τρεις επάλληλες σειρές ισάριθμων οπών με τρυπάνι στις θέσεις των παλαιών τρέσων και μία επιπλέον στον οριζόντιο άξονα της εικόνας, υποδηλώνουν πιθανόν απόπειρα τοποθέτησης νέων τρέσων.

[3] Χατζηδάκης, Δρακοπούλου 1997, 363-368. Ξυγγόπουλος 1957, 205-209. Βοκοτόπουλος 1990, 139-140. Εκκρεμεί η εργαστηριακή διερεύνηση για τη γνησιότητα της υπογραφής.

[4] Για την εικονογραφία του αγίου, βλ. κυρίως, Θεοτοκά 1955, 477-488, πίν. 160-163. Παπαμαστοράκης 1999, 222-227. Walter 2003, 76-93, με προηγούμενη βιβλιογραφία. Ντούρος, Τουτός, Φουστέρης 2005. Σιώμκος 2006, 293-318. Παζαράς 2006, 369-394. Μέντζος 2008, 363-392.

[5] Για το βίο του αγίου βλ. Synaxarium EC, στ. 163. Ανώνυμος, PG 116, στ. 1173-1184. Συμεών Μεταφραστής, PG 116, στ. 1185-1202. Νικόδημος Αγιορείτης 1981, τ. 1 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος), 423-425. Μακάριος Σιμωνοπετρίτης 2004, τ. 2 (Οκτώβριος), 295-300.

[6] Χατζηδάκη 1994, 230, εικ. 14-17. Για το θέμα, βλ. Walter 2003, 76-78. Παζαράς 2005, 38-41.

[7] Βλ. ενδεικτικά, τον πολεμιστή Δημήτριο με δόρυ στο χέρι, στηθαίο στο πλαίσιο της εικόνας του αγίου Νικολάου στο Σινά (τέλη 10ου αι.) (Γαλάβαρης 1990, εικ. 15), ολόσωμο στον ορειχάλκινο σταυρό λιτανείας στη μονή Φιλοθέου (11ος αι.) (Βαφειάδης 2005, εικ. 15) και σε μικρογραφία χειρόγραφου κώδικα (αρ. 587μ, φ. 123α) στη μονή Διονυσίου (1059) (Κυριακούδης 2005, εικ. 92). Για το θέμα και περισσότερα παραδείγματα, βλ. Walter 2003, 67 κ.ε. Siomkos 2005, 233-235. Παζαράς 2006, 375-377.

[8] Βλ. αντίστοιχα, Grabar 1952, πίν. VI.2. Lange 1964, 87-89, αριθ. 28. Παζαράς 2006, 379, εικ. 23 και Dimitrescu 1989, 54-56, εικ. 7. Πρβλ. Παπαμαστοράκης 1999, 224-227, εικ. 8-9. Στις δύο παραστάσεις ο άγιος εικονίζεται να βγάζει το ξίφος από το θηκάρι, τύπος που απαντά και αργότερα, όπως στις ομόθεμες εικόνες του αγίου στο Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς (τελευταίο τέταρτο 14ου αι.) (Τσιγαρίδας 2018, αριθ. 2Β, εικ. 5 με παραδείγματα), στη μονή Διονυσίου (15ος αι.) (Κυριακούδης 2005, εικ. 34) και στο κεντρικό θέμα βιογραφικής εικόνας του αγίου στο Λαογραφικό  Μουσείο Λεχόβου στη Φλώρινα (1638/39) (Σιώκης 2001, 124-159).

[9] Θεοτοκά 1953, 480-481. Παπαμαστοράκης 1999, 223-224. Παπαμαστοράκης 2005, 34-35.

[10] Κυριακούδης 2005, 86, εικ. 32.

[11] Συγκεντρωμένα παραδείγματα, βλ. Κυριακούδης 2005, εικ. 32, 34, 35, 39, 40, 50, 58, 79. Τσιγαρίδας 2011, 105.

[12] Иконы из Болгарин 2009, αριθ. 15.

[13] Αχειμάστου-Ποταμιάνου 2006, 306-312, εικ. 1-3. Σδρόλια 2018, αριθ. 39 (Κ. Μαντζανά).

[14] Χατζηδάκης 1987, 261, εικ. 135. Βοκοτόπουλος 1990, 84-85, σημ. 7. Η εικόνα εκτίθεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην ενότητα με τα έργα της κρητικής τέχνης. Ευχαριστίες οφείλω στην Δρα Φ. Καλαφάτη για τις σχετικές πληροφορίες.

[15] Δουλγεράκης 1958, 158-159.

[16] Χατζηδάκης 1987, 261. Vakirtzis 1989, 32-33, αριθ. 10, όπου η εικόνα χρονολογείται στον 16ο αιώνα.

[17] Βοκοτόπουλος 1990, 135, σημ. 28. Δρακοπούλου 2010, 194.  Milovanović 2022, 28, εικ. 10.

[18] Βλ. για παράδειγμα, τις χρυσές κορυφώσεις των θρόνων στις εικόνες, του αγίου Νικολάου (α΄ μισό 17ου αι.) στο Μουσείο Μπενάκη (Ξυγγόπουλος 1936, αριθ. 45, πίν. 34α), της Παναγίας των Αγγέλων (α΄ μισό 17ου αι.) και του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (α΄ μισό 17ου αι.) στο Μουσείο της Ζακύνθου (Αχειμάστου-Ποταμιάνου 1997, αριθ. 32 και 35, αντίστοιχα). Πρβλ. παρόμοιες λεπτομέρειες και σε έργα του Εμμανουήλ Τζάνε και του εργαστηρίου του, Δρανδάκης 1962, πίν. 10.α, 19, 29.β, 66β.

[19] Πρβλ. την ίδια λεπτομέρεια στα ακρωτήρια του θρόνου στις εικόνες του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέως και της πάρισης Βρεφοκρατούσας Παναγίας στην Κέρκυρα, Βοκοτόπουλος 1990, αριθ. 22, εικ. 23, 120, 121 και αριθ. 23, εικ. 115, 116, 117.

[20] Ξυγγόπουλος 1951, αριθ. 4, πίν. 4. Η υπογραφή του Εμμανουήλ Λαμπάρδου θεωρείται πλαστή, Χατζηδάκης, Δρακοπούλου 1997, 145.

[21] Βοκοτόπουλος 1990, αριθ. 58, εικ. 44.

[22] Μπαλτογιάννη 1994, αριθ. 68, πίν. 135, 136. Σκαμπαβίας, Χατζηδάκη 2007, αριθ. 129 (Κ. Σκαμπαβίας).

[23] Οι εικόνες χρονολογούνται η πρώτη στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα (Τ233) και η άλλη περί το 1500 (Τ2157), βλ. αντίστοιχα Αχειμάστου-Ποταμιάνου 1998, αριθ. 40 και αριθ. 43. Πρβλ. Μπαλτογιάννη 1994, αριθ. 72, πίν. 143, 144.

[24] Μπαλτογιάννη 1994, αριθ. 76, πίν. 153-154.

[25] Στην εικονογραφία του αγίου Δημητρίου το δόρυ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό του όπλο, αν και στα κείμενα ως κύριο όπλο αναφέρεται το ξίφος, βλ. Θεοτοκά 1953, 483.

[26] Για τον θρόνο ως εσχατολογικό σύμβολο της θέσης των μαρτύρων στην βασιλεία του Θεού, βλ. Grabar 1952, 35-41. Παζαράς 2005, 45. Γενικότερα για την απεικόνιση στρατιωτικών αγίων ως μαρτύρων, βλ. Vassilakes-Mavrakakes 1981, 234-235.

[27] Vassilakes-Mavrakakes 1981, 230-231, πίν. 53a-b. Πρβλ. Βασιλάκη 2010, αριθ. 22 (Μ. Μπορμπουδάκης) για την εικόνα στη μονή Βροντησίου. Εικόνες Κρητικής Τέχνης 20042, 472, αριθ. 115 (Μ. Μπορμπουδάκης), για την εικόνα του σιναϊτικού μετοχίου στο Ηράκλειο.

[28] Περισσότερες τεχνοτροπικές παρατηρήσεις θα είναι εφικτές μετά τη συντήρηση του έργου.

[29] Μανούσακας 1965, 262-266. Βοκοτόπουλος 1990, 139-140. Χατζηδάκης, Δρακοπούλου 1997, 363-365.

[30] Με εξαίρεση το γράμμα Φ, τα ημικύκλια του οποίου διαμορφώνονται πλατύτερα και πιο γωνιώδη συγκριτικά με άλλα ενυπόγραφα έργα, βλ. Βοκοτόπουλος 1990, εικ. 344.Ζ – 344.Ι. Χατζηδάκης, Δρακοπούλου 1997, εικ. 256. Για το ζήτημα των πλαστογραφημένων ή ύποπτων υπογραφών με το όνομα του Φιλόθεου Σκούφου, βλ. Βοκοτόπουλος 1990, 140. Χατζηδάκης, Δρακοπούλου 1997, 363, 366-367.

[31] Την επιστολή απευθύνει από την Κέρκυρα ο Φιλόθεος Σκούφος στον μητροπολίτη Φιλαδελφείας Αθανάσιο Βαλεριανό, που βρίσκεται στη Ζάκυνθο, στις 25 Απριλίου 1648, βλ. Μανούσακας 1965, 263, 268-269. Πρβλ. Βοκοτόπουλος 1990, 140. Χατζηδάκης, Δρακοπούλου 1997, 364.

[32] Μανούσακας 1965, 269, 271. Για τη μεταβίβαση των σχεδίων εργασίας ως κληρονομιά στους απογόνους ή τους μαθητές επωνύμων ζωγράφων, βλ. Βασιλάκη 1995, 34-35. Νάνου 2005α, 176-177. Νάνου 2005β, 91-92.

[33] Μανούσακας 1965, 271, όπου αναφέρεται ότι το ίδιο έτος ο Σίλβεστρος Δέσος έχει παραδώσει σε άλλους δύο κληρικούς ζωγράφους οκτώ ντεσένια, γεγονός που μαρτυρεί την επιρροή του έργου του στους ομοτέχνους της εποχής του.

Ο Άγιος Δημήτριος ένθρονος.

Αυγοτέμπερα σε ξύλο. 17ος αι.

46,5 x 35,2 x 5,0 εκ.

(αριθ. δωρεάς 28)

Έκθεση SYNAXIS, Μόσχα 2010, αριθ. κατ. 34.