Project Description

Εικόνες

ΑΓΙΟ ΜΑΝΔΗΛΙΟ
1833
46,8 x 32,2 x 1,7 εκ.
ΞΥΛΟ, ΑΥΓΟΤΕΜΠΕΡΑ

Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη
Συλλογή Βελιμέζη, δωρεά οικογενειών Μαργαρίτη και Μακρή
ΑΡΙΘ. ΔΩΡ. 122

Μικρογραφημένη μορφή αγγέλου ανακρατεί από ψηλά, με τα δύο χέρια απλωμένα, το Άγιο Μανδήλιο[1], την πιο εμβληματική «αχειροποίητη» εικόνα των Βυζαντινών. Πάνω στο υπόλευκο ύφασμα με τις απαλές τεφρές πτυχώσεις και τη χρυσή τρέσα στην παρυφή, εικονίζεται το πρόσωπο του Χριστού, σύμφωνα με τη μακραίωνη διήγηση για τη θαυματουργική αποτύπωση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών του Θεανθρώπου σε νοτισμένο μανδήλι και την αποστολή του στον Άβγαρο, βασιλιά της Έδεσσας στη Συρία[2]. Στην εικόνα μας, ο Χριστός διακρίνεται για τη μειλίχια όψη, το πλατύ μέτωπο, τα μεγάλα εκφραστικά μάτια που στεφανώνονται από λεπτογραμμένα σπαθωτά φρύδια και το ήρεμο βλέμμα, στραμμένο ελαφρά προς τα αριστερά. Η μύτη, αντίθετα, κλίνει προς τα δεξιά. Το στόμα μικρό, με καλοσχεδιασμένα χείλη. Πλούσια καστανή κόμη περιβάλλει την κεφαλή καταλήγοντας σε κυματιστούς καλοσχεδιασμένους βοστρύχους. Με επιμέλεια αποδίδεται και το κοντό διχαλωτό γένι. Ο ένσταυρος χρυσός φωτοστέφανος διαμορφώνεται ιδιαίτερα στενός με διπλή κόκκινη γραμμή στην περίμετρο. Στις κεραίες του σταυρού γραμμένη με λευκό χρώμα διακρίνεται η ονομασία: Ο ΩΝ (Έξοδος 3,14). Το Άγιο Μανδήλιο προβάλλει σε κυανό φόντο με γραπτό πλαίσιο που ορίζεται από στενή κεραμιδί ταινία και λεπτή λευκή γραμμή στην εσωτερική της πλευρά. Στο άνω μέρος της εικόνας, αριστερά, διακρίνεται μέρος μικρογράμματης επιγραφής: το άγιον – [Μανδήλιον]. Η λέξη «Μανδήλιον» δεν έχει διασωθεί, καθώς η άνω δεξιά γωνία της εικόνας έχει αποκοπεί και αντικατασταθεί με νεώτερο τμήμα ξύλου[3]. Στο κάτω μέρος της εικόνας, ευδιάκριτη τυπική αφιερωτική επιγραφή, γραμμένη με μαύρα πεζά γράμματα σε λευκή κυματοειδή ταινία: διά συνδρομής και δαπάνης των βοηθούντων αδελφών εν τη εικόνα | ταύτη. Ονόματα αφιερωτών δεν συμπληρώθηκαν ποτέ. Στην κάτω δεξιά γωνία της εικόνας, σε μαύρο χρώμα: 1833: σεπτεμβρ(ίου): 5. Στις τρεις γωνίες της εικόνας, η τέταρτη δεν σώζεται, επαναλαμβάνεται πανομοιότυπο το γράμμα Θ. Πρόκειται για σύμπλεγμα κρυπτογραμμάτων τα οποία «μεθερμηνευόμενα δηλούσι Θεού Θέα Θείον Θαύμα», σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τη διήγηση που διασώζει στον Συναξαριστή (1805-1807) για τη θαυματουργική αποτύπωση του θεανδρικού προσώπου του Χριστού στο Μανδήλιο[4].

Αν και νεότερη χρονολογικά, η εικόνα του Αγίου Μανδηλίου στη Συλλογή Βελιμέζη του Ιδρύματος Λασκαρίδη παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς απεικονίζει ένα θέμα με πολύσημο θεολογικό-εικονολογικό νόημα και μακραίωνη διαδρομή τόσο στα κείμενα όσο και στη βυζαντινή εικονογραφική παράδοση[5]. Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας το Μανδήλιο, ως αυθεντική εικόνα του σαρκωμένου Λόγου του Θεού που δεν τη φιλοτέχνησε ανθρώπινο χέρι αλλά είναι δοσμένη από τον ίδιο τον Χριστό, αναδείχθηκε σε ισχυρό αποδεικτικό επιχείρημα των εικονοφίλων θεολόγων για το γεγονός της Θείας Ενανθρώπισης και τη δυνατότητα απεικόνισης του Θεανθρώπου[6]. Τα εικονολογικά κείμενα της ταραγμένης αυτής περιόδου αποτέλεσαν την αφετηρία για τη διαμόρφωση της εικονογραφίας του ιερού κειμηλίου, όπως δηλοποιεί η παλαιότερη απεικόνιση της κεφαλής του Χριστού σε μετάλλιο στο ναό του Τιμίου Σταυρού στο Telovani Kartlie (τέλη 8ου– αρχές 9ου αι.) της Γεωργίας[7]. Ειδικά η μεταφορά του Μανδηλίου από την Έδεσσα στην Κωνσταντινούπολη το 944 θα φέρει το ιερό κειμήλιο στο επίκεντρο της λατρευτικής ζωής της πρωτεύουσας και θα επηρεάσει την υμνολογία και την εξέλιξη της εικονογραφίας του[8]. Από το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα εμφανίζεται διαμορφωμένος ο εικονογραφικός του τύπος με την κεφαλή του Χριστού αποτυπωμένη σε λευκό τεντωμένο μανδήλιο, όπως εικονίζεται σε φύλλο τριπτύχου (π. 950) στη μονή Σινά και αργότερα στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας στην Αχρίδα (π. 1055)[9]. Ωστόσο, είναι μόνον μετά τα μέσα του 12ου αιώνα[10] και κυρίως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, όταν δηλαδή οι Σταυροφόροι μεταφέρουν στη Δύση το ιερό κειμήλιο, που οι απεικονίσεις του στην ορθόδοξη Ανατολή πληθαίνουν, κυρίως στη μνημειακή τέχνη αλλά και σε φορητά έργα· ο εικονογραφικός τύπος του Μανδηλίου αποκρυσταλλώνεται, εμπλουτίζεται με παραλλαγές, ενώ αποσαφηνίζεται η πολύσημη θεολογική του έννοια, χριστολογική, ευχαριστιακή, σωτηριολογική, αποτροπαϊκή, ανάλογα και με τη θέση του στο εικονογραφικό πρόγραμμα των ναών και τις παραστάσεις με τις οποίες γειτνιάζει[11].

Ειδικότερα, ο συνδυασμός του Μανδηλίου με αγγέλους, οι οποίοι είτε το πλαισιώνουν είτε το ανακρατούν ως παραπέτασμα κατά τον δυτικό λεγόμενο τύπο[12], τονίζει τη θεία υπόσταση του προσώπου του Χριστού και τον αχειροποίητο χαρακτήρα της εικόνας σε παραλλαγή που εμφανίζεται ήδη από τον 12ο αιώνα[13], με τα παραδείγματα να πολλαπλασιάζονται από  τον 14ο αιώνα και μετά σε Ανατολή και Δύση[14]. Κατά τον 16ο αιώνα, η σύνθεση Μανδηλίου και αγγέλων επαναλαμβάνεται σε σειρά έργων της μνημειακής κρητικής ζωγραφικής, με ωραίο πρώιμο δείγμα την τοιχογραφία στο ναό του Σωτήρος στο Χρύσοβο Ναυπακτίας (π. 1500)[15], ενώ γνωρίζει περιορισμένη διάδοση σε τοιχογραφίες της λεγόμενης σχολής της βορειοδυτικής Ελλάδας, με αντιπροσωπευτική την ομόθεμη παράσταση στο καθολικό της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων (1548)[16]. Παράλληλα το θέμα εντοπίζεται και σε φορητές εικόνες, όπως ενδεικτικά στη μονή Ξενοφώντος στο Άγιον Όρος (16ος αι.) και στο Novgorod (β΄ μισό 16ου αι.)[17]. Η σύνθεση εμπνέει και ξυλόγλυπτα έργα που συχνά πλαισιώνουν τα ζωγραφικά. Για παράδειγμα, δύο ξυλόγλυπτοι άγγελοι-ερωτιδείς κρατούν το Μανδήλιο στο κεντρικό ρετάμπλ του ναού του Santo Domingo el Antiguo, έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1577-1579), σήμερα σε ιδιωτική συλλογή της Μαδρίτης[18]. Αργότερα, παρόμοιες συνθέσεις εντοπίζονται και σε περίτεχνα ξυλόγλυπτα πλαίσια κρητικών εικόνων στη Ζάκυνθο και αλλού[19], όπως στην ξυλόγλυπτη επίστεψη της εικόνας του αγίου Χαραλάμπους (π. 1700) στη Συλλογή Βελιμέζη[20]. Άλλωστε, από τον 17ο αιώνα και εξής, το σύμπλεγμα Μανδηλίου και αγγέλων, με μικρές αποκλίσεις ως προς τις στάσεις και τον αριθμό των αγγέλων, γίνεται του συρμού στη μνημειακή ζωγραφική του ελλαδικού χώρου[21], σε αγιορειτικές χαλκογραφίες[22] και  σε φορητά έργα, όπως ενδεικτικά σε εικόνα Μανδηλίου από την Κωνσταντινούπολη (19ος αι.)[23], σήμερα στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής Ακαδημίας στην Αθήνα, και σε δύο ακόμη ομόθεμες στο Βυζαντινό Μουσείο Μακρινίτσας, η μία έργο αγιορειτικού εργαστηρίου (1834) και η άλλη με την υπογραφή του ζωγράφου Πανταζή από τις Μηλιές Πηλίου (1847)[24].

Ωστόσο, στην εικόνα που μελετούμε, το ιερό Μανδήλιο κρατά αναρτημένο από δύο κόμβους στα άκρα της άνω πλευράς του ένας μόνο μικρογραφημένος άγγελος με τα χέρια απλωμένα. Πρόκειται για σπανιότερη αλλά συγγενή με την προαναφερθείσα παραλλαγή και με ανάλογο εικονολογικό νόημα. Προδρομικό υπόδειγμα του εικονογραφικού αυτού σχήματος αποτελεί η απεικόνιση όρθιου αγγέλου να κρατά το Άγιο Μανδήλιο στο αριστερό φύλλο (οπίσθια όψη) τριπτύχου κρητικής τέχνης στη μονή Σινά, το οποίο έχει συσχετισθεί με το εργαστήριο των Ρίτζων (τέλη 15ου αι.)[25]. Το θέμα, γνωστό και σε φλαμανδικά χαρακτικά[26], επανέρχεται σε κρητικά φορητά έργα, όπως στην εικόνα της μονής Διονυσίου (αρχές 17ου αι.)[27], σε έργα επτανησιακών εργαστηρίων, όπως στις δύο όμοιες εικόνες από το Skradin (τελευταίο τέταρτο 17ου αι.) και από το Bribir (β΄μισό 17ου αι.)[28], κυρίως όμως στη ζωγραφική της Ζακύνθου, με ενδεικτικά παραδείγματα το θυρόφυλλο τέμπλου στον ναό του Παντοκράτορος (αρχές 18ου αι.)[29] και δύο εικόνες, μία στο ναό της Αγίας Παρασκευής στις Βολίμες (18ος αι.) και η άλλη στο Μουσείο Μπενάκη (18ος αι.)[30]. Στην έρευνα, η παραλλαγή αυτή συνδέθηκε τυπολογικά τόσο με τη σπάνια εικονογραφική λεπτομέρεια της Θεοτόκου που κρατά το ιερό Μανδήλιο στην παράσταση της Ανάληψης του Χριστού[31], όσο και με την αγία Βερονίκη που κρατά τη «Vera Icona» με το πρόσωπο του Χριστού[32], παράσταση ευρύτατα διαδεδομένη στη Δύση από τον 14ο αιώνα, αλλά και στην κρητική ζωγραφική από τις αρχές του 16ου αιώνα[33]. Σπανιότερη είναι η τυπολογικά συγγενής απεικόνιση αγγέλου που κρατά Μανδήλιο στην παράσταση της Αγγελικής Λειτουργίας, όπως στο ναό της Αγίας Θεοδώρας στην Άρτα (18ος αι.)[34]. Στα προαναφερθέντα έργα ο άγγελος που κρατά το Μανδήλιο εικονίζεται όρθιος και ορατός τουλάχιστον μέχρι την οσφύ. Αντίθετα, στην εικόνα μας ο άγγελος ιστορείται σε πολύ μικρότερη κλίμακα στην άνω πλευρά του κειμηλίου, στοιχείο που αναδεικνύει το κύριο θέμα, χωρίς να επηρεάζει τον θεολογικό του συμβολισμό. Από την άποψη αυτή τα πλησιέστερα εικονογραφικά παράλληλα της παράστασής μας εντοπίζονται σε σειρά εικόνων του 19ου αιώνα που επαναλαμβάνουν το ίδιο σχήμα, όπως αυτή στον ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Καβακίου Ξάνθης, δύο στο Μουσείο της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη[35], μία στην Ίμβρο με χρονολογία 1849[36] και δύο ακόμη στη Βουλγαρία[37]. Τα παραπάνω υποδεικνύουν την ιδιαίτερη διάδοση του εικονογραφικού τύπου του Μανδηλίου της εικόνας μας κατά τον 19ο αιώνα, τόσο σε τοπικά αγιογραφικά εργαστήρια της βόρειας Ελλάδας και της νοτίου Βαλκανικής όσο και σε αυτά της Κωνσταντινούπολης με εμβέλεια επιρροής σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Ιδιαίτερο, ωστόσο, εικονογραφικό στοιχείο στην εικόνα μας είναι η αναγραφή των κρυπτογραμμάτων  Θ(εού) Θ(έα) Θ(είον) Θ(αύμα) στις τέσσερις γωνίες του ιερού Μανδηλίου, με την άνω δεξιά γωνία να έχει σήμερα καταστραφεί. Πρόκειται για γνωστά ακρωνύμια που απαντούν στο μοναχικό σχήμα και σε αποτροπαϊκούς σταυρούς στις παρειές των εισόδων των ναών[38]. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον Συναξαριστή (1805-1807) συνδέει τα κρυπτογράμματα αυτά με τη διήγηση του ιερού Μανδηλίου και συγκεκριμένα με την ερμηνεία των επτά σφραγίδων που ο Χριστός έθεσε σε ιδιόγραφη επιστολή στα εβραϊκά την οποία έστειλε μαζί με το Μανδήλιο με το αποτύπωμα του προσώπου του στον βασιλιά της Έδεσσας Άβγαρο[39]. Επιπλέον, το δοξαστικό τροπάριο που συνέθεσε για την εορτή, φαίνεται να εμπνέεται από την  επεξήγηση των τεσσάρων κρυπτογραμμάτων: «… την εικόνα της θεανδρικής σου μορφής εν σινδόνι αχειροποιήτως ετύπωσας, θαύμα θείον αληθώς, ως Θεού θέαν υπάρχουσαν …»[40]. Στην παράσταση του Μανδηλίου τα τέσσερα ακρωνύμια απαντούν, όχι πολύ συχνά, τόσο σε παλαιότερα της εικόνας μας έργα, όπως στις ομόθεμες τοιχογραφίες του καθολικού της μονής Ζάβορδας (1595/96)[41], του παρεκκλησίου των Τριών Ιεραρχών (1637) της μονής Βαρλαάμ στα Μετέωρα[42], του καθολικού της μονής του Αγίου Παντελεήμονος στην Ανατολή Αγιάς (1640/41)[43], όσο και σε μεταγενέστερα, όπως στο κτιστό γραπτό τέμπλο της Παναγίας Κουγιάνας στο Βαρύ Κεφαλλονιάς (1846)[44]. Στην εικόνα μας, που χρονολογείται με ακρίβεια το 1833, είναι πιθανό η αναγραφή των κρυπτογραμμάτων να οφείλεται στην επίδραση του αγιολογικού και υμνολογικού έργου του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, το οποίο γνώρισε ευρεία διάδοση στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα στους μοναστικούς κύκλους.

Εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί την εικόνα μας από τα προαναφερθέντα έργα με τα οποία παρουσιάζει συνάφεια ως προς το εικονογραφικό σχήμα, είναι ο ιδιαίτερος καλλιτεχνικός τρόπος του άγνωστου ζωγράφου. Το μαλακό πλάσιμο, οι απαλοί σκιοφωτισμοί, η κυριαρχία των φωτισμένων μερών με τα πλατιά σαρκώματα ώστε να αποδοθούν με ρεαλισμό τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του θεανδρικού προσώπου του Χριστού, συνοψίζουν τα κύρια χαρακτηριστικά της τέχνης του, ενώ το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα θυμίζει έντονα πορτρέτο. Ειδικά, οι κυματιστές απολήξεις των βοστρύχων και της γενειάδας αποδίδονται με εξαιρετική επιμέλεια και φροντίδα για φυσικότητα.  Ήδη από τον 17ο αιώνα παρατηρείται ανάλογη φροντίδα στην απόδοση της κόμης του Χριστού στο ομόθεμο έργο του Εμμανουήλ Τζάνε (1659) στο Μουσείο Μπενάκη, στοιχείο που θεωρήθηκε επίδραση των έργων του Dürer[45]. Παρομοίως, το εκφραστικό πρόσωπο του Χριστού της εικόνας μας δείχνει πιθανές επιρροές του ζωγράφου από δυτικά χαρακτικά. Αναλογίες, για παράδειγμα, παρουσιάζει με τον Χριστό στο Μανδήλιο που κρατά η αγία Βερονίκη σε χαρακτικό  του Γερμανού Martin Schongauer (ca. 1435/45-1491) στο Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη, όπως και με τον Χριστό στο ομόθεμο χαρακτικό του Γάλλου Nicolas de Plattemontagne (1631-1706) στη National Gallery of Art στην Washington, που αναπαράγει ανάλογο έργο του  Philip de Champagne (1602-1674)[46]. Άλλωστε, δυτικότροποι είναι και οι σκιοφωτισμοί του έργου, καθώς υποδεικνύουν την πηγή του φωτός αριστερά, με τις σκουρότερες τονικά σκιάσεις να γίνονται δεξιά, όπως φαίνεται στο περίγραμμα του προσώπου του Χριστού, στη μύτη, στις παρειές, στην αναδίπλωση της κάθετης άκρης του υφάσματος. Επιπλέον, η σκίαση στο φόντο, δεξιά και κάτω από το αναρτημένο Μανδήλιο, σε συνδυασμό με τις κάθετες πτυχώσεις δίνουν την αίσθηση ταλάντωσής του. Ακόμη και το ταινιωτό πλαίσιο της αφιερωτικής επιγραφής, απομονωμένο από το θέμα, αποδίδεται με καθαρά ζωγραφικά μέσα και σκιοφωτισμούς που δημιουργούν την ψευδαίσθηση της τρίτης διάστασης, η αναζήτηση της οποίας είναι άλλωστε εμφανής στο σύνολο της παράστασης. Αντίθετα, ο μικρογραφημένος άγγελος στην κορυφή του Μανδηλίου αποδίδεται σε ύφος απλοϊκό και λαϊκότροπο, χαρακτηριστικό για την εποχή.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις αποκαλύπτουν τις τεχνικές ικανότητες αλλά και τη μετατόπιση των αισθητικών επιλογών του ζωγράφου μας σε ένα εικαστικό ιδίωμα εμφανώς φυσιοκρατικό. Στην εικονογραφία διαπιστώθηκαν επιρροές κυρίως από την κρητική ζωγραφική αλλά και η απόλυτη ταύτιση με την καθιερωμένη απόδοση του θέματος τον 19ο αιώνα σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο. Εντούτοις, η λεπτομέρεια των κρυπτογραμμάτων εντοπίστηκε σποραδικά σε έργα κυρίως της κεντρικής-βορειοδυτικής Ελλάδας και της Ζακύνθου. Επισημάνθηκε ότι το απλοϊκό ύφος με το οποίο αποδίδεται ο μικροσκοπικός άγγελος στην εικόνα μας συνυπάρχει με ένα λογιότερο, που προσπαθεί με ζωγραφικά μέσα να προσδώσει φυσικότητα, τόσο στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του Χριστού όσο και στις πτυχώσεις του ιερού υφάσματος. Ειδικά ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού ανέδειξε πιθανές επιδράσεις δυτικοευρωπαϊκών χαρακτικών. Εν κατακλείδι, ο συνδυασμός εικονογραφικών και τεχνοτροπικών χαρακτηριστικών της εικόνας οδηγεί σε άξιο ζωγράφο, γνώστη της παράδοσης, εξοικειωμένου όμως και με τη δυτικότροπη θρησκευτική ζωγραφική. Η προέλευσή του από την Επτάνησο δεν αποκλείεται. Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, σε μια μεταβατική ιστορική περίοδο με αντίκτυπο στην εξέλιξη της εκκλησιαστικής ζωγραφικής, ο ζωγράφος της εικόνας του ιερού Μανδηλίου μοιάζει να σχοινοβατεί ανάμεσα στην παράδοση και την ανανέωση των καλλιτεχνικών του τρόπων, ενώ η γοητεία που του ασκεί η δυτικοευρωπαϊκή ζωγραφική φαίνεται να έχει καταλυτική επίδραση στο έργο του. Τέλος, η φράση «των βοηθούντων αδελφών» της αφιερωτικής επιγραφής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο ζωγράφος ή και ο παραγγελιοδότης της εικόνας να σχετίζονται με μοναστικό περιβάλλον.

Μαρία Νάνου
ΜΑ Ιστορικός Βυζαντινής Τέχνης, θεολόγος

Εκθέσεις:
Synaxis 2010, 57, εικ. 75

[1]Synaxis 2010, 57, εικ. 75.

[2] Για τη διήγηση της πρώτης «αχειροποίητης» εικόνας του Χριστού στα απόκρυφα κείμενα (Πράξεις Αποστόλου Θαδδαίου, επιστολές Άβγαρου και Χριστού) του 5ου-μέσα 6ου αιώνα, βλ. Τσιγάρας 2019, 23 κ.ε., κυρίως 40-54, με συγκεντρωμένη την προγενέστερη βιβλιογραφία.

[3] Η εικόνα έχει συντηρηθεί και επισκευασθεί σε άγνωστο χρόνο. Η γενική κατάσταση διατήρησης του έργου είναι καλή. Περιορισμένες φθορές στη ζωγραφική επιφάνεια παρατηρούνται περιμετρικά και απώλεια μικρού τμήματος ξύλου στην αριστερή γωνία. Στην πίσω πλευρά φέρει δύο οριζόντια καρφωτά τρέσα. Με κόκκινο χρώμα διακρίνονται οι αριθμοί 342 σε πλαίσιο και 1083, προφανώς από παλαιότερες καταγραφές.

[4] Νικόδημος Αγιορείτης 1982, 230. Για το θέμα βλ. παρακάτω, υποσημ. 39-40.

[5] Από την πλούσια βιβλιογραφία για την εικονογραφία της παράστασης, βλ. Grabar 1931, 5-40. Weitzmann 1960, 165-184. Cameron 1983, 80-94. Παπαδάκη-Oekland 1989, 283-296. Lidov 2003, 268-280. Τσιγάρας 2019.

[6] Cameron 1983, 80-94. Τσιγάρας 2019, 55-76.

[7] Τσιγάρας 2019, 93-100, εικ. 14.

[8] Τότε καθιερώνεται και ο εορτασμός  του Ιερού Μανδηλίου στις 16 Απριλίου, βλ. Synaxarium EC, στ. 893-901. Τσιγάρας 2019, 77-90.

[9] Τσιγάρας 2019, 88, 106, εικ. 9 και εικ. 23, αντίστοιχα. Για την εικονογραφική εξέλιξη του θέματος από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα, βλ. στο ίδιο, 106 κ.ε., όπου συγκεντρωμένα παραδείγματα από την Καππαδοκία, την Κύπρο, τη Μάνη, την Καστοριά, τη μεσαιωνική Σερβία, τη Ρωσία, τη Γεωργία.

[10] Για την περιορισμένη διάδοση του Μανδηλίου κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) και τα ιστορικά-θεολογικά αίτια, βλ. Παπαδάκη-Oekland 1989, 292-293. Τσιγάρας 2019, 110-113.

[11] Παπαδάκη-Oekland 1989, 285-287. Τσιγάρας 2019, 127-153 και σποραδικά.

[12] Grabar 1931, 16-17. Χατζηδάκης 1986, 74.

[13] Παπαδάκη-Oekland 1989, 286-287, 294. Τσιγάρας 2019, 169. Ο συνδυασμός του Μανδηλίου με τους θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα τονίζει αντίστοιχα την ανθρώπινη φύση του Χριστού.

[14] Παπαδάκη-Oekland 1989, 286-287. Τσιγάρας 2019, 136, 145-146, 169-174, όπου συγκεντρωμένα παραδείγματα. Για αντίστοιχα παραδείγματα στη δυτική τέχνη βλ. ενδεικτικά, Prokopp 1983, 95, εικ. 88 (Zseliz, τέλη 14ου αι.). Gemäldegalerie 1996, 133, εικ. 322 (Bartholomäus Zeitblom, 1496).

[15] Χουλιαράς 2019, 237-238. Βλ. επίσης, τις ομοιότυπες παραστάσεις του Μανδηλίου στο καθολικό (λιτή) της μονής Δοχειαρίου (1567/8) (Millet 1927, 245.2. Μπεκιάρης 2012, 387-388, εικ. 196), στην Τράπεζα της μονής Σταυρονικήτα (π. 1545/6) (Χατζηδάκης 1986, 74, εικ. 201), στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Καλαμπάκα (1573) (Λυτάρη 2022, 79-82, εικ. 27).

[16] Αδημοσίευτη, αρχείο Ι. Χουλιαρά, τον οποίο ευχαριστούμε για τη διάθεση του φωτογραφικού υλικού. Οι τοιχογραφίες αποδίδονται στον Θηβαίο ζωγράφο Φράγγο Κατελάνο.

[17] Τσιγάρας 2019, εικ. 137 και εικ. 144, αντίστοιχα.

[18] Ελ Γκρέκο 1999, 390-391, αριθ. 21 (Ν. Χατζηνικολάου). Faith and Power 2004, 506-507, αριθ. 309 (V. N. Marinis).

[19] Χατζηδάκη 1997, 205, 221, σημ. 28, με αναφορά και σε αντίστοιχες χαλκογραφίες του Dürer.

[20] Synaxis 2010, αριθ. 63. Αυτόθι, αριθ. δωρ. 59 (Α. Κατσελάκη).

[21] Πρβλ. ενδεικτικά τις ομόθεμες παραστάσεις στο παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών (1637) της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων (Σαμπανίκου 1997, 77-78, εικ. 42), στο Πρωτάτο (1686), στον Άγιο Γεώργιο στη Βασιλική Καλαμπάκας (β΄ μισό 17ου αι.), στο μονή Γρηγορίου (1768-1779), στη μονή Άβελ στη Βήσσανη Πωγωνίου (1770), στο πορταρίκι της μονής Χιλανδαρίου (1809), βλ. αντίστοιχα, Τσιγάρας 2019, εικ. 121-122, εικ. 110, εικ. 104, εικ. 139-140, εικ. 146 και σ. 169-174,  με επιπλέον παραδείγματα.

[22] Παπαστράτου 1986, Ι, 52, αριθ. 77.

[23] Τσιγάρας 2019, 153, 173-174, εικ. 147.

[24] Αδημοσίευτες. Προσωπικό αρχείο.

[25] Βασιλάκη 2021, 39, εικ. 16.

[26] Βλ. χαρακτικό του Antoine Wierix (16ος αι.), Ρηγόπουλος 2006Γ, εικ. 359.

[27] Τσιγάρας 2019, 175, εικ. 148.

[28] Βουλγαροπούλου 2014, αριθ. 273 και αριθ. 545, αντίστοιχα.

[29] Αποδίδεται στον Νικόλαο Καλλέργη, βλ. Χατζηδάκη 1997, 54, 218, εικ. 18. Μυλωνά 1998, 73. Πρβλ. Ρηγόπουλος 2006Γ, 581-582, με διαφορετική άποψη για την απόδοση και χρονολόγηση του έργου.

[30] Ρηγόπουλος 2006Γ, εικ. 360 και εικ. 361, αντίστοιχα.

[31] Περισσότερα για το θέμα, βλ. Χουλιαράς 2009, 601-609, με παραδείγματα και βιβλιογραφία. Τσιγάρας 2019, 165-169.

[32] Κατά την παράδοση, η αγία έδωσε μανδήλι στον Χριστό για να σκουπίσει τον ιδρώτα του στην πορεία προς τον Γολγοθά και πάνω σ’ αυτό αποτυπώθηκε θαυματουργικά το πρόσωπό του, Τσιγάρας 2019, 174-177.

[33] Grabar 1931, 17. Χατζηδάκη 1997, 54, σημ. 74 και αριθ. 17, σημ. 88. Faith and Power 2004, 562-564, αριθ. 335 (M. W. Ainsworth). Ελ Γκρέκο 1999, αριθ. 21 (Ν. Χατζηνικολάου). Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, για παράδειγμα, εικονίζει το θέμα σε τέσσερα έργα του, με παλαιότερο αυτό στην πρώην συλλογή της Maria Luisa Caturla (1577-1580), Ελ Γκρέκο 1999, 392, αριθ. 23 (J. Álvarez Lopera). Πρβλ. Ρηγόπουλος 2006Γ, εικ. 249, όπου ομόθεμη χαλκογραφία του Antoine Wierix (1585).

[34] Τσιγάρας 2019, 172, εικ. 143.

[35] Τσιγάρας, 2019, εικ. 150 και εικ. 152, αντίστοιχα. Επίσης, Yilmaz 1993, 84-85, 88-89.

[36] Χαλκιά, Μπεκιάρης, Τσάκαλος 2020, αριθ. ΦΤ9.

[37] Τσιγάρας 2019, εικ. 151, εικ. 172.

[38] Moutafov 2013, 52, υποσ. 14.

[39] Νικόδημος Αγιορείτης 1982, 230. Την ίδια ερμηνεία των κρυπτογραμμάτων διασώζει και ο Δαμασκηνός Στουδίτης στο έργο του Θησαυρός (πριν το 1558), βλ. Θησαυρός Δαμασκηνού 1997, 382. Παραλλαγμένη τη φράση βλ. και στο Synaxarium EC, στ. 897: «Θεού θεαθέν θείον θαύμα».

[40] Τσιγάρας 2019, 159, υποσ. 252.

[41] Τσιγάρας 2019, εικ. 134.

[42] Σαμπανίκου 1997, 77-78, εικ. 42.

[43] Αδημοσίευτη (αρχείο Ι. Χουλιαρά). Πρβλ. Τσιμπίδα 2011, 50, 118.

[44] Αδημοσίευτη (αρχείο Ι. Χουλιαρά).

[45] Μυστήριον Μέγα 2002, 276-277, αριθ. 97 (Α. Δρανδάκη).

[46] Βλ. αντίστοιχα, https://www.metmuseum.org/art/collection/search/367043 και https://www.nga.gov/collection/art-object-page.102552.html (τελευταία επίσκεψη 31/1/2023).

Το Άγιο Μανδήλιο.

Aυγοτέμπερα σε ξύλο, 1833.

46,7 x 32,2 x 4,5 εκ.

(αριθ. δωρεάς 122)

Έκθεση SYNAXIS, Mόσχα 2010, αριθ. κατ. 75.