Project Description

Λειτουργικά Αντικείμενα

ΒΗΜΟΘΥΡΟ ΜΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ, ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥΣ.

1,65 × 0,60 μ.
Ξυλόγλυπτο-αυγοτέμπερα
Τέλη 18ου αι.

Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους κυρίαρχη είναι η ιδέα ότι τον ναό απαρτίζουν ο γήινος κόσμος, που αντιστοιχεί στον κυρίως ναό όπου στέκονται οι πιστοί, και στον ουράνιο, που χωρικά αντιστοιχεί στο ιερό βήμα, όπου συντελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο στους ιερείς. Νοητό αλλά και φυσικό μεταξύ τους όριο αποτελεί το φράγμα. Την πρόσβαση από τον έναν χώρο στον άλλο εξασφαλίζουν τα βημόθυρα, τα οποία σύμφωνα και με τις ανάγκες της λειτουργίας είναι τουλάχιστον δύο σε κάθε ναό, ένα στην κεντρική είσοδο και ένα στη βόρεια που οδηγεί στην πρόθεση.1 Ενίοτε και σύμφωνα με το μέγεθος του ναού ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερα, για παράδειγμα στο άνοιγμα του διακονικού, στο νότιο τμήμα του ναού. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, και συγκεκριμένα από το 4ο έως τον 9ο, τα ανοίγματα του τέμπλου έκλειναν συνήθως με καταπετάσματα αντί κιγκλίδων ή θυρών. Η πρακτική των βημοθύρων φαίνεται να εισάγεται το 10ο αιώνα και να αποκτά σχετική διάδοση από τον 11ο-12ο αιώνα και εξής, οπότε χρονολογούνται και τα παλαιότερα γνωστά σωζόμενα δείγματα.2

Σε αντίθεση με το τέμπλο, για την κατασκευή του οποίου τα υλικά δόμησης αλλάζουν από εποχή σε εποχή (μάρμαρο, μέταλλο, ξύλο, πολύτιμα υλικά κτλ.),3 για τα βημόθυρα φαίνεται ότι η χρήση του ξύλου καθιερώνεται εξαρχής, προκειμένου να είναι ελαφρά και εύχρηστα. Ωστόσο και τα βημόθυρα, ως προς τη μορφολογία και την οργάνωσή τους, ιδιαίτερα κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους, παρακολουθούν τη διαμόρφωση και το ύφος των τέμπλων για τα οποία προορίζονται. Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξή του βημόθυρου αποτελεί από τον 15ο αιώνα και εξής η εισαγωγή και η ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής, με αποτέλεσμα η μορφή τους να γίνει πιο σύνθετη και πολύπλοκη.

Τα βημόθυρα, εκτός από την πρακτική τους χρήση, εμπεριέχουν ιδιαίτερους συμβολισμούς και έντονο δογματικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο, σύμφωνα και με το ευαγγελικό χωρίο του Ιωάννη·4 για τον λόγο αυτό εξαρχής συνδέονται άμεσα με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. 5 Πράγματι, από τα βημόθυρα μόνον ο ιερέας έχει τη δυνατότητα να περάσει και μάλιστα σε συγκεκριμένες στιγμές της λειτουργίας. Ο σημαίνων ρόλος τους, καθώς συμβολίζουν τις Πύλες στη Βασιλεία του Ουρανού, καθόρισε και την εικονογραφία τους, η οποία παραμένει διαχρονικά σταθερή με παραλλαγές που εντοπίζονται περισσότερο στην οργάνωση και στη διάταξη των θεμάτων,6 αλλά και στον συνδυασμό του διακόσμου, γραπτού και ξυλόγλυπτου. Έτσι ιδιαίτερη προτίμηση διαπιστώνεται στις μορφές αυτές που προανήγγειλαν τη Βασιλεία του Θεού, όπως για παράδειγμα οι προφήτες και οι πατέρες της Εκκλησίας.7 Εξέχουσα θέση ωστόσο κατέχει ο Ευαγγελισμός, παράσταση που συνδέεται κατεξοχήν με την Ενσάρκωση και απαντά σταθερά από τον 12ο αιώνα και εξής στην εικονογραφία των βημόθυρων,8 όπως μαρτυρούν και τα σχετικά παραδείγματα,9 τα οποία ωστόσο αντανακλούν μια διαμορφωμένη από παλαιότερα εικονογραφική οργάνωση. Εξάλλου, και η Παναγία στην ορθόδοξη γραμματεία αναφέρεται συχνά ως η «Πύλη», διά μέσου της οποίας πραγματώθηκε η Ενσάρκωση του Θείου Λόγου, είναι επομένως η απαρχή της σωτηρίας του ανθρώπου.10

Το εντυπωσιακό ζεύγος βημόθυρων της Συλλογής Βελιμέζη-Μακρή-Μαργαρίτη, σήμερα στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, με τη διμερή διάταξη του γραπτού διακόσμου και την κυριαρχία του ξυλόγλυπτου στο σώμα τους, εντάσσεται στην κατηγορία Ε6, σύμφωνα με την κατάταξη της Παπαδημητρίου.11 Το βημόθυρο έχει τοξωτή απόληξη χαμηλής καμπυλότητας με πλούσια φυτική διακόσμηση από σαρκώδη φύλλα άκανθας, που αποδίδεται με τη διάτρητη τεχνική, και στριφτό, πολύχρωμο διαχωριστικό σταθμό.

Κάτω από τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο της κορυφής τοποθετείται ο γραπτός διάκοσμος, με το καθιερωμένο θέμα του Ευαγγελισμού σε τοξωτά διάχωρα. Μπροστά από πλούσιο αρχιτεκτονικό βάθος και κάτω από ευρύ τόξο, στέκονται ορθόκορμοι αριστερά ο άγγελος με πολύτιμη χρυσοκέντητη φορεσιά και απλωμένες τις φτερούγες και δεξιά η Παναγία, σεμνή και ευγενική, που αποδέχεται με δέος και έκπληξη το θείο θέλημα. Οι δύο μορφές, μία σε κάθε φύλλο, συγκλίνουν στο κέντρο της σύνθεσης. Την παράσταση κλείνουν ορθόκορμοι οι προφητάνακτες Δαβίδ και Σολομών, δεξιά και αριστερά αντίστοιχα, που στέκονται επίσης κάτω από τόξα και αποδίδονται σε μικρότερη από τις κύριες μορφές κλίμακα, στοιχείο χαρακτηριστικό της παραλλαγής αυτής που απαντά κυρίως στην καλλιτεχνική παραγωγή ηπειρωτικών εργαστηρίων του 17ου-18ου αιώνα.12

Στο κατώτερο τμήμα, κάτω από ανάγλυφα τόξα που στηρίζονται σε στρεπτούς κίονες, τέσσερις πατέρες της Εκκλησίας με βαρύτιμα ιερατικά άμφια στέκονται σε αυστηρά μετωπική στάση, ρυθμικά παρατεταγμένοι. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα ψηλά γοτθικής καταγωγής τόξα που επιστέφουν τις αψίδες, στο κατώτερο μέρος των οποίων τοποθετείται αγγείο με σφαιρικό σώμα από όπου εκφύεται βλαστός με φύλλα φοινικιάς.

Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο με τον φυτικό κυρίως διάκοσμο, διάτρητο στο ανώτερο τμήμα, που απολήγει σε κυκλικό κόσμημα εμπνευσμένο από την τέχνη της μικροτεχνίας, όπως τα πολύτιμα αρχιερατικά εγκόλπια, σε συνδυασμό με τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής, προσγράφουν τα βημόθυρα της Συλλογής Μακρή-Μαργαρίτη σε αξιόλογο μακεδονικό εργαστήριο του τέλους του 18ου αιώνα.

Αναλογίες κυρίως στη γενική διευθέτηση και οργάνωση των επιφανειών, αλλά και στο μοτίβο των οξυκόρυφων επιστέψεων, εντοπίζουμε σε βημόθυρα του ελλαδικού χώρου, όπως το βημόθυρο, έργο του Ιωάννη Τλήμονα (1672), σήμερα στο Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως Καρδίτσας,13 αυτό στον ναό της Γεννήσεως του Χριστού στο Κάστρο της Σκιάθου (1695),14 αυτό στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής στα Άγραφα (18ος αι.)15 και το βημόθυρο από την αθωνική μονή Σίμωνος Πέτρα (1760).16 Από τα παραπάνω βημόθυρα ωστόσο το βημόθυρο που εξετάζουμε διαφοροποιείται, καθώς ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος είναι στο σύνολό του πιο απλός ως προς την εικονογραφία του και περιορίζεται μόνο σε φυτικά μοτίβα, αφού παραλείπονται τα ζωόμορφα θέματα, όπως το φίδι, τα πουλιά και οι δράκοι,17 ενώ και ο στριφτός σταθμός δεν παρακολουθεί τη συνήθη πολύπλοκη και σύνθετη μορφολογία των παραδειγμάτων της παραλλαγής αυτής.18 Ιδιαίτερη ωστόσο συνάφεια κυρίως ως προς το είδος του ξυλόγλυπτου διακόσμου εντοπίζουμε σε ευάριθμη σειρά έργων, όπως το βημόθυρο στη μονή Βελλάς (τέλος 17ου αι.),19 αυτό στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στη μονή Rozhen της Βουλγαρίας (1732)20 και το βημόθυρ στη μονή της Παναγίας στην Κάτω Βίτσα Ζαγορίου, έργο των Ευσταθίου και Νικολάου (1739).21

Α.Κατσελάκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Γενικά για τα βημόθυρα βλ. Chatzidakis 1973, 325-353. Chatzidakis 1979, 333-366. Παπαδημητρίου 2008.
2. Παπαδημητρίου 2008, 18.
3. Γενικά για την εξέλιξη του τέμπλου και τα υλικά κατασκευής βλ. πρόχειρα Στουφή-Πουλημένου 1999. Παπαδημητρίου 2007, 11-16, όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία, και στον παρόντα τόμο, 43.
4. Ιω. ι´ 7,9 «…ἐγὼ εἰμὶ ἡ θύρα…».
5. Για το θεολογικό περιεχόμενο των βημόθυρων βλ. Παπαδημητρίου 2008, 19-26.
6. Chatzidakis 1976, 354-356. Για την εικονογραφία των βημόθυρων βλ. Παπαδημητρίου 2008, 26-40.
7. Παπαδημητρίου 2008, 33-36.
8. Ό.π., 29-33.
9. Βλ. πρόχειρα ό.π., αριθ. Γ1, Γ2, Γ3.
10. Ό.π., 28-29.
11. Για τα χαρακτηριστικά του τύπου βλ. ό.π., 587-613.
12. Ό.π., 443.
13. Ό.π., αριθ. Ε161, 446.
14. Ό.π., αριθ. Ε163, 448.
15. Ό.π., αριθ. Ε149, 432.
16. Ό.π., αριθ. Ε157, 422.
17. Ό.π., 589-591.
18. Ό.π., 597-603.
19. Ό.π., αριθ. 168, 452.
20. Ό.π., αριθ. Ε167, 451.
21. Ό.π., Ε169, 453-454.

Βημόθυρο με παράσταση Ευαγγελισμού, προφήτες και αγίους.

Ξυλόγλυπτοαυγοτέμπερα. Τέλη 18ου αι.

165 x 60 εκ.

(αριθ. δωρεάς 132)

Tέμπλον. Άγιες μορφές, αόρατες πύλες πίστης, 20ος και 21ος αιώνας, εκδ. Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, Αθήνα 2017, σελ. 253 (Ανδρομάχη Κατσελάκη).